Το κράτος: Θεωρίες του κράτους, Μορφή του κράτους, Κράτος και οικονομία – Πλήρεις σημειώσεις ΕΣΔΔΑ

Η ενότητα «Το κράτος: Θεωρίες του κράτους. Μορφή του κράτους. Κράτος και οικονομία. Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους. Έθνος και κράτος. Οι λειτουργίες του κράτους. Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας» είναι από τις πιο θεμελιώδεις ενότητες στο μάθημα Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους για τους γραπτούς διαγωνισμούς της ΕΣΔΔΑ. Οι σημειώσεις που αναγράφονται κάθε χρονιά στο ΦΕΚ και η ύλη είναι ίδια όλα αυτά τα χρόνια για όλους τους διαγωνισμούς (30ος Διαγωνισμός, 31ος Διαγωνισμός, Επικείμενος 32ος Διαγωνισμός κ.λπ.).

Σε αυτή τη σελίδα θα βρεις πλήρεις, αναλυτικές και απλές σημειώσεις που εξηγούν με καθαρό τρόπο κάθε υποενότητα, ώστε ο υποψήφιος να κατανοήσει το μάθημα σε βάθος, να ξεμπερδέψει τις βασικές έννοιες και να αποκτήσει στέρεη θεωρητική βάση για την προετοιμασία του. Το κείμενο έχει γραφτεί ώστε να απαντά ξεκάθαρα σε ερωτήματα όπως «Το κράτος: Θεωρίες του κράτους», «Μορφή του κράτους», «Κράτος και οικονομία», «Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους», «Έθνος και κράτος», «Οι λειτουργίες του κράτους» και «Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας».

Πίνακας περιεχομένων

  • Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας
  • Το κράτος: Θεωρίες του κράτους
  • Μορφή του κράτους
  • Κράτος και οικονομία
  • Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους
  • Έθνος και κράτος
  • Οι λειτουργίες του κράτους
Το κράτος: Θεωρίες του κράτους, Μορφή του κράτους, Κράτος και οικονομία – Πλήρεις σημειώσεις ΕΣΔΔΑ


Το κράτος: Θεωρίες του κράτους, Μορφή του κράτους, Κράτος και οικονομία – Πλήρεις σημειώσεις ΕΣΔΔΑ


Το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους είναι από τις πιο σημαντικές και πιο ώριμες θεωρητικά υποενότητες ολόκληρου του κεφαλαίου. Εδώ ο υποψήφιος δεν αρκεί να εξηγήσει τι είναι το κράτος ή πώς λειτουργεί. Πρέπει να απαντήσει στο πιο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα: γιατί το κράτος έχει δικαίωμα να κυβερνά και γιατί οι πολίτες αποδέχονται αυτή την εξουσία ως νόμιμη.

Με απλή διατύπωση, το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους αφορά τη βάση αποδοχής της κρατικής εξουσίας. Άλλο πράγμα είναι το κράτος να έχει ισχύ και άλλο πράγμα να θεωρείται ότι δικαιούται να την ασκεί. Η σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία αντιμετωπίζει τη νομιμοποίηση ως κομβική έννοια, γιατί χωρίς αυτήν η εξουσία γίνεται γυμνή επιβολή.

Το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους δεν αφορά μόνο τη νομιμότητα με τη στενή νομική έννοια. Δεν αρκεί να υπάρχει ένας νόμος ή μια διαδικασία. Η νομιμοποίηση σημαίνει ότι η εξουσία γίνεται αποδεκτή ως θεμιτή, δίκαιη ή δικαιολογημένη. Δηλαδή οι πολίτες δεν υπακούν μόνο επειδή φοβούνται την κύρωση, αλλά επειδή αναγνωρίζουν ότι το κράτος ασκεί εξουσία στη βάση θεσμών, κανόνων, δημοκρατικής αρχής, δικαιωμάτων και δημόσιου σκοπού.

Στο ελληνικό συνταγματικό πλαίσιο, το θεμέλιο αυτής της νομιμοποίησης είναι η λαϊκή κυριαρχία. Το άρθρο 1 του Συντάγματος ορίζει ότι το πολίτευμα είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, ότι θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία και ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Αυτό είναι κομβικό: η κρατική εξουσία δεν εμφανίζεται ως αυθύπαρκτη· αντλεί έρεισμα από τον λαό και δεσμεύεται από το Σύνταγμα.

Εδώ πολλοί μπερδεύονται. Το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους δεν ταυτίζεται απόλυτα με τη νομιμότητα. Η νομιμότητα αφορά το αν η κρατική δράση στηρίζεται σε ισχύοντες νομικούς κανόνες. Η νομιμοποίηση αφορά το αν αυτή η εξουσία θεωρείται δικαιολογημένη και αποδεκτή. Ένα κράτος μπορεί να λειτουργεί τυπικά με νόμους, αλλά αν οι πολίτες δεν το εμπιστεύονται, αν θεωρούν ότι οι θεσμοί είναι άδικοι, αδιαφανείς ή αποκομμένοι από τη λαϊκή βούληση, τότε μπορεί να εμφανιστεί κρίση νομιμοποίησης.

Άρα, στο Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους χρειάζεται πάντα διπλή ανάγνωση:

  • θεσμική-νομική,
  • πολιτική-κοινωνική.

Η θεσμική διάσταση στηρίζεται στο Σύνταγμα, στη διάκριση των λειτουργιών, στις εκλογές, στους νόμους, στη δικαστική προστασία. Η πολιτική-κοινωνική διάσταση στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, στη λογοδοσία, στη διαφάνεια και στην αίσθηση ότι το κράτος υπηρετεί πράγματι το γενικό συμφέρον.

Στην Ελληνική έννομη τάξη, το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους δεν μπορεί να αναλυθεί έξω από το Σύνταγμα. Το άρθρο 1 θεμελιώνει τη νομιμοποίηση στη λαϊκή κυριαρχία. Το άρθρο 25 προσθέτει ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους, ενώ οι περιορισμοί δικαιωμάτων πρέπει να προβλέπονται από το Σύνταγμα ή τον νόμο και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Αυτό σημαίνει ότι η κρατική εξουσία νομιμοποιείται όχι μόνο επειδή εκπορεύεται από τον λαό, αλλά και επειδή δεσμεύεται από θεμελιώδη δικαιώματα, ελευθερία, δικαιοσύνη και αναλογικότητα.

Αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η νομιμοποίηση συνδέεται με το κράτος δικαίου. Ένα κράτος δεν θεωρείται νόμιμο μόνο επειδή είναι ισχυρό ή επειδή κερδίζει εκλογές. Θεωρείται νόμιμο όταν:

  • οι εξουσίες του ασκούνται συνταγματικά,
  • οι πολίτες προστατεύονται από αυθαιρεσία,
  • οι θεσμοί λογοδοτούν,
  • τα δικαιώματα γίνονται σεβαστά,
  • και η κρατική δράση υπηρετεί το γενικό συμφέρον.
Το κράτος: Θεωρίες του κράτους, Μορφή του κράτους, Κράτος και οικονομία – Πλήρεις σημειώσεις ΕΣΔΔΑ

Σε κάθε σοβαρή ανάπτυξη για το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους πρέπει να εμφανίζεται ο Max Weber, γιατί έδωσε την πιο κλασική τυπολογία των μορφών νομιμοποίησης της εξουσίας. Ο Weber διακρίνει τρεις ιδεοτυπικούς τύπους:

1. Παραδοσιακή νομιμοποίηση

Η εξουσία γίνεται αποδεκτή επειδή στηρίζεται στην παράδοση, στο έθος, στη συνήθεια και στην πίστη ότι «πάντα έτσι γινόταν». Είναι χαρακτηριστική σε παλαιές μοναρχικές ή πατριαρχικές δομές.

2. Χαρισματική νομιμοποίηση

Η εξουσία γίνεται αποδεκτή λόγω της πίστης στο χάρισμα, στις εξαιρετικές ιδιότητες ή στην ηγετική ικανότητα συγκεκριμένου προσώπου. Αυτή η μορφή είναι ισχυρή αλλά ασταθής, γιατί εξαρτάται από την προσωπικότητα του ηγέτη.

3. Νομικο-ορθολογική νομιμοποίηση

Η εξουσία γίνεται αποδεκτή επειδή εδράζεται σε κανόνες, διαδικασίες, θεσμούς και τυπικά νόμιμη οργάνωση. Αυτή είναι η κατεξοχήν μορφή νομιμοποίησης των σύγχρονων δημοκρατικών κρατών και της δημόσιας διοίκησης.

Για την ΕΣΔΔΑ, ο τρίτος τύπος είναι ο πιο κρίσιμος, γιατί συνδέεται άμεσα με το σύγχρονο συνταγματικό κράτος, τη γραφειοκρατική οργάνωση, το κράτος δικαίου και τη θεσμική άσκηση της εξουσίας. Η Stanford Encyclopedia of Philosophy αντιμετωπίζει επίσης τη νομιμότητα/νομιμοποίηση ως ζήτημα ηθικής και πολιτικής δικαιολόγησης της κρατικής εξουσίας, κάτι που ταιριάζει ακριβώς με αυτή την ανάλυση.

Δημοκρατική νομιμοποίηση του κράτους

Στις σύγχρονες δημοκρατίες, το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους συνδέεται κυρίως με:

  • ελεύθερες και δίκαιες εκλογές,
  • συνταγματική νομιμότητα,
  • διάκριση των λειτουργιών,
  • δικαστικό έλεγχο,
  • προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων,
  • διαφάνεια και λογοδοσία,
  • εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Άρα, η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν είναι μόνο εκλογική. Οι εκλογές είναι θεμελιώδεις, αλλά δεν αρκούν μόνες τους. Αν οι εκλογές υπάρχουν τυπικά, αλλά η δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, η διοίκηση δεν λογοδοτεί, τα δικαιώματα υποχωρούν και η εξουσία λειτουργεί αδιαφανώς, τότε η νομιμοποίηση αποδυναμώνεται. Το άρθρο 1 δίνει τη λαϊκή βάση της εξουσίας, ενώ το άρθρο 25 προσθέτει το ποιοτικό περιεχόμενο της άσκησής της.

Το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους γίνεται ακόμη πιο ουσιαστικό όταν εξετάζουμε την κρίση νομιμοποίησης. Κρίση νομιμοποίησης εμφανίζεται όταν οι πολίτες θεωρούν ότι το κράτος δεν τους εκπροσωπεί πραγματικά, δεν ενεργεί δίκαια, δεν λειτουργεί με διαφάνεια ή δεν είναι ικανό να προστατεύσει βασικά αγαθά, όπως η ασφάλεια, η υγεία, η παιδεία και η κοινωνική συνοχή. Τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό· είναι θεσμικό και δημοκρατικό.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, ακόμα και αν οι κρατικοί μηχανισμοί λειτουργούν τυπικά, το κοινωνικό υπόστρωμα της αποδοχής φθείρεται. Για αυτό, η νομιμοποίηση δεν είναι κάτι που «κατακτάται μια φορά». Ανανεώνεται συνεχώς μέσα από:

  • αποτελεσματική διακυβέρνηση,
  • σεβασμό δικαιωμάτων,
  • αίσθηση δικαιοσύνης,
  • θεσμική αξιοπιστία,
  • και πίστη ότι το κράτος υπάρχει υπέρ του πολίτη και του γενικού συμφέροντος.

Για τον υποψήφιο της ΕΣΔΔΑ, το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους δεν είναι αφηρημένη πολιτική θεωρία. Συνδέεται άμεσα με τη δημόσια διοίκηση. Ο πολίτης δεν «συναντά» το κράτος πρώτα στο επίπεδο της θεωρίας. Το συναντά στην υπηρεσία, στην άδεια, στη φορολογική υποχρέωση, στο δικαστήριο, στο νοσοκομείο, στην ψηφιακή πλατφόρμα, στη διοικητική πράξη. Άρα η διοίκηση επηρεάζει καθημερινά τη νομιμοποίηση του κράτους.

Όταν η διοίκηση είναι αργή, αδιαφανής, άνιση ή αυθαίρετη, τραυματίζεται η εμπιστοσύνη προς το κράτος. Όταν λειτουργεί προβλέψιμα, νόμιμα, αναλογικά και με σεβασμό προς τον διοικούμενο, ενισχύεται η νομιμοποίηση. Για αυτό και η νομιμοποίηση δεν είναι μόνο πολιτειακό ζήτημα· είναι και διοικητικό.

Ο υποψήφιος πρέπει να μπορεί να αποδώσει με σαφήνεια ότι:

  • Το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους αφορά τη θεμιτή αποδοχή της κρατικής εξουσίας.
  • Η νομιμοποίηση δεν είναι ταυτόσημη με τη γυμνή ισχύ ούτε απόλυτα ταυτόσημη με την τυπική νομιμότητα.
  • Στην Ελλάδα, το θεμέλιο της νομιμοποίησης είναι η λαϊκή κυριαρχία του άρθρου 1.
  • Η ποιότητα της κρατικής νομιμοποίησης συμπληρώνεται από το κοινωνικό κράτος δικαίου, την προστασία δικαιωμάτων και την αναλογικότητα του άρθρου 25.
  • Ο Weber διακρίνει παραδοσιακή, χαρισματική και νομικο-ορθολογική νομιμοποίηση.
  • Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η κρατική νομιμοποίηση είναι θεσμική, δημοκρατική και δικαιοκρατική.

Το Έθνος και κράτος (εθνικό συμφέρον, γενικό συμφέρον, δημόσιο συμφέρον) είναι υποενότητα στην οποία πολλοί υποψήφιοι μπερδεύουν διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης. Το κράτος είναι πρωτίστως νομικοπολιτική οργάνωση: έχει θεσμούς, επικράτεια, κυριαρχία, δημόσια εξουσία και έννομη τάξη. Το έθνος, αντίθετα, παραπέμπει κυρίως σε ιστορική, πολιτισμική, γλωσσική ή συμβολική κοινότητα.

Άρα, στο Έθνος και κράτος δεν μιλάμε για δύο ταυτόσημες έννοιες, αλλά για δύο διαφορετικές, που συχνά τέμνονται χωρίς να ταυτίζονται. Το ελληνικό Σύνταγμα δείχνει αυτή τη διάκριση και συμβολικά και θεσμικά, όταν στο άρθρο 1 ορίζει ότι όλες οι εξουσίες υπάρχουν υπέρ του λαού και του Έθνους, ενώ το κράτος παραμένει η συγκεκριμένη θεσμική μορφή οργάνωσης αυτής της πολιτικής κοινότητας.

Στο Έθνος και κράτος, το κράτος είναι η οργανωμένη Πολιτεία, δηλαδή η μορφή με την οποία μια κοινωνία αποκτά δεσμευτικούς θεσμούς, διοίκηση, δικαιοσύνη και μηχανισμούς άσκησης εξουσίας. Το έθνος, αντίθετα, δεν προϋποθέτει αναγκαστικά κρατική οργάνωση. Μπορεί να υπάρχει ιστορική και πολιτισμική εθνική συνείδηση χωρίς πλήρη κρατική οντότητα, όπως επίσης μπορεί να υπάρχουν κράτη με πληθυσμούς που δεν συγκροτούν ενιαίο εθνοπολιτισμικό σώμα.

Γι’ αυτό, στην πολιτική θεωρία το εθνικό κράτος είναι μία ιστορική μορφή σύνδεσης έθνους και κράτους, όχι όμως η μόνη λογικά δυνατή μορφή. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη για τον υποψήφιο, γιατί τον βοηθά να μη χρησιμοποιεί τις έννοιες «έθνος», «λαός», «κράτος» και «πολιτεία» σαν να είναι ίδιες.

Με απλή γλώσσα, στο Έθνος και κράτος πρέπει να θυμάται κανείς ότι:
το κράτος είναι η θεσμική μορφή,
το έθνος είναι η ιστορική-συμβολική κοινότητα,
ο λαός είναι το πολιτικό σώμα των πολιτών που θεμελιώνει δημοκρατικά την εξουσία.
Αυτή η διάκριση εξηγεί γιατί στη συνταγματική θεωρία συναντάμε διαφορετικούς όρους ανάλογα με το αν μιλάμε για πολιτειακή οργάνωση, για δημοκρατική νομιμοποίηση ή για ιστορική συλλογική ταυτότητα.

Στο πλαίσιο του Έθνος και κράτος (εθνικό συμφέρον, γενικό συμφέρον, δημόσιο συμφέρον), το εθνικό συμφέρον συνδέεται κυρίως με τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας, της ασφάλειας, της διεθνούς θέσης, της εδαφικής ακεραιότητας και των στρατηγικών προτεραιοτήτων μιας χώρας. Δεν είναι απλώς πολιτικό σύνθημα. Είναι έννοια που χρησιμοποιείται ιδίως στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της εθνικής στρατηγικής και της συλλογικής επιβίωσης της Πολιτείας.

Ωστόσο, σε μια συνταγματική δημοκρατία, το εθνικό συμφέρον δεν μπορεί να νοηθεί έξω από το δίκαιο, τα δικαιώματα και τη θεσμική νομιμότητα. Δηλαδή δεν αρκεί να επικαλείται κανείς το εθνικό συμφέρον γενικά και αόριστα· πρέπει να εντάσσεται σε συνταγματικό και δημοκρατικό πλαίσιο.

Εξεταστικά, είναι καλό να φανεί ότι το εθνικό συμφέρον σχετίζεται περισσότερο με την προστασία της συλλογικής ύπαρξης και της στρατηγικής συνέχειας του κράτους. Γι’ αυτό συνδέεται περισσότερο με ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, διεθνών σχέσεων, άμυνας και εθνικής ασφάλειας παρά με την καθημερινή διοικητική δράση. Δεν ταυτίζεται όμως με το δημόσιο συμφέρον ούτε με το γενικό συμφέρον, γιατί κάθε μία από αυτές τις έννοιες λειτουργεί σε διαφορετικό επίπεδο.

Στην ενότητα Έθνος και κράτος (εθνικό συμφέρον, γενικό συμφέρον, δημόσιο συμφέρον), το γενικό συμφέρον είναι ευρύτερη έννοια από το ατομικό ή μερικό συμφέρον και αναφέρεται στο κοινό όφελος της οργανωμένης κοινωνίας. Το γενικό συμφέρον δεν είναι απλώς το άθροισμα ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά το συνολικό συμφέρον της πολιτικής κοινότητας όπως αυτό προσδιορίζεται μέσα από το Σύνταγμα, τον νόμο και τους δημόσιους θεσμούς.

Στο άρθρο 106 παρ. 1, για παράδειγμα, το Σύνταγμα συνδέει ρητά τον κρατικό προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας με την «εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» και την «προστασία του γενικού συμφέροντος». Άρα το γενικό συμφέρον λειτουργεί ως συνταγματικό κριτήριο που νομιμοποιεί δημόσιες πολιτικές και ρυθμίσεις.

Ο υποψήφιος πρέπει να το δει έτσι: το γενικό συμφέρον είναι ο γενικός προσανατολισμός της κρατικής δράσης προς το κοινό καλό της κοινωνίας. Δεν είναι στενά διοικητική έννοια, ούτε μόνο πολιτική. Είναι γέφυρα ανάμεσα στο Σύνταγμα, την πολιτική πράξη και τη δημόσια διοίκηση. Για αυτό και συνδέεται άμεσα με το Κράτος και οικονομία, αλλά και με το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους. Όταν το κράτος ενεργεί πειστικά υπέρ του γενικού συμφέροντος, ενισχύεται και η κοινωνική αποδοχή της εξουσίας του.

Το δημόσιο συμφέρον είναι από τις πιο σημαντικές αλλά και πιο παρεξηγημένες έννοιες της διοικητικής και συνταγματικής θεωρίας. Οι πηγές που έδωσες σωστά το τονίζουν: το δημόσιο συμφέρον δεν είναι μια αόριστη μεταφυσική ιδέα, αλλά νομική έννοια που συνδέεται με την έννομη τάξη και τη δράση του κράτους.

Η Προβεδούρου το αποδίδει καθαρά, σημειώνοντας ότι δημόσιο είναι το συμφέρον όταν υποκείμενό του είναι ο λαός οργανωμένος με την έννομη τάξη σε κράτος, άρα πρόκειται για συμφέρον κοινωνικού χαρακτήρα συνδεδεμένο με την έννομη τάξη. Επίσης, στη διοικητική θεωρία παρουσιάζεται ως αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται κάθε φορά μέσα από το Σύνταγμα, τον νόμο και τον δικαστικό έλεγχο.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία για τον υποψήφιο: το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να επικαλείται η διοίκηση αυθαίρετα. Επειδή ακριβώς είναι αόριστη νομική έννοια, χρειάζεται κάθε φορά συγκεκριμενοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι η διοίκηση, όταν περιορίζει δικαιώματα ή λαμβάνει μέτρα, δεν αρκεί να λέει γενικά «για το δημόσιο συμφέρον». Πρέπει να υπάρχει νομική βάση, αναλογικότητα, αιτιολογία και δυνατότητα δικαστικού ελέγχου. Με αυτή την έννοια, το δημόσιο συμφέρον είναι συνδεδεμένο με το κράτος δικαίου και όχι με τη διοικητική ευχέρεια χωρίς όρια.

Στην εξέταση, είναι πολύ πιθανό να ζητηθεί διάκριση ή σύνδεση αυτών των εννοιών. Η πιο καθαρή διατύπωση είναι η εξής:

Το εθνικό συμφέρον αφορά πρωτίστως τη συλλογική ασφάλεια, τη στρατηγική συνέχεια και τη θέση του κράτους ως πολιτικής οντότητας.
Το γενικό συμφέρον αφορά το συνολικό καλό της κοινωνίας και λειτουργεί ως γενικός συνταγματικοπολιτικός σκοπός της κρατικής δράσης.
Το δημόσιο συμφέρον αφορά τη νομικά προσδιοριζόμενη βάση της δράσης της διοίκησης και του κράτους μέσα στην έννομη τάξη.

Οι έννοιες αυτές επικοινωνούν, αλλά δεν ταυτίζονται. Το δημόσιο συμφέρον είναι πιο «νομικοποιημένο», το γενικό συμφέρον πιο ευρύ ως κατεύθυνση δημόσιας πολιτικής, και το εθνικό συμφέρον πιο συνδεδεμένο με τη στρατηγική διάσταση της πολιτικής κοινότητας.

Το Έθνος και κράτος (εθνικό συμφέρον, γενικό συμφέρον, δημόσιο συμφέρον) είναι κομβικό γιατί ενώνει θεωρία κράτους, συνταγματική θεωρία, δημόσιο δίκαιο και διοικητική πράξη. Αν ο υποψήφιος το καταλάβει σωστά, αποφεύγει τρία πολύ συχνά λάθη:
να ταυτίζει το έθνος με το κράτος,
να μιλά για δημόσιο συμφέρον σαν να είναι απλό πολιτικό σύνθημα,
και να μη διακρίνει τη στρατηγική διάσταση του εθνικού συμφέροντος από τη νομική διάσταση του δημοσίου συμφέροντος.


Οι Οι λειτουργίες του κράτους είναι η υποενότητα που μεταφέρει τον υποψήφιο από την αφηρημένη θεωρία του κράτους στο θεσμικό και οργανωτικό επίπεδο. Εδώ δεν αρκεί να ξέρει τι είναι το κράτος ή πώς νομιμοποιείται. Πρέπει να καταλάβει με ποιους τρόπους δρα. Το ελληνικό Σύνταγμα, στο άρθρο 26, ορίζει ρητά ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η εκτελεστική λειτουργία από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, και η δικαστική λειτουργία από τα δικαστήρια, των οποίων οι αποφάσεις εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού. Άρα οι Οι λειτουργίες του κράτους είναι η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό λεπτό σημείο, και σωστά το είχες ήδη επισημάνει από το υλικό σου. Στο ελληνικό συνταγματικό λεξιλόγιο μετά το Σύνταγμα του 1975 συναντάμε πιο συστηματικά τον όρο λειτουργίες και όχι απλώς «εξουσίες». Η θεωρητική λογική πίσω από αυτή τη μετατόπιση είναι ότι η κρατική εξουσία θεωρείται μία και αδιαίρετη ως προς την πηγή της, αφού πηγάζει από τον λαό, αλλά εκδηλώνεται με διαφορετικές μορφές δράσης, δηλαδή με διαφορετικές λειτουργίες.

Έτσι, η διάκριση των λειτουργιών είναι πιο ακριβής στο πλαίσιο του σύγχρονου συνταγματικού κράτους από μια χονδρική οργανική διάκριση εξουσιών. Το ίδιο το Σύνταγμα το αποτυπώνει: στο άρθρο 1 μιλά για εξουσίες που πηγάζουν από τον λαό, ενώ στο άρθρο 26 μιλά συγκεκριμένα για νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική λειτουργία.

Αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο εξεταστικά, γιατί δίνει ώριμη απάντηση. Δεν λες απλώς «υπάρχει διάκριση εξουσιών». Λες ότι στο σύγχρονο συνταγματικό κράτος η κρατική εξουσία είναι ενιαία ως προς τη λαϊκή της πηγή, αλλά κατανέμεται λειτουργικά, ώστε να αποφεύγεται η συγκέντρωση, να διασφαλίζεται ο αμοιβαίος έλεγχος και να προστατεύεται η ελευθερία.

Η νομοθετική λειτουργία είναι μία από τις βασικές Οι λειτουργίες του κράτους και αφορά τη θέσπιση γενικών και αφηρημένων κανόνων δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 26, ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην πράξη, το κεντρικό βάρος ανήκει στη Βουλή ως αντιπροσωπευτικό σώμα λαϊκής νομιμοποίησης. Η νομοθετική λειτουργία δεν είναι απλώς τεχνική παραγωγή νόμων. Είναι ο θεσμικός τρόπος με τον οποίο η δημοκρατική βούληση μετασχηματίζεται σε δεσμευτικό δίκαιο.

Ο υποψήφιος πρέπει να δει τη νομοθετική λειτουργία όχι μόνο ως καταγραφή κανόνων, αλλά και ως έκφραση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Γι’ αυτό η νομοθετική λειτουργία συνδέεται άμεσα με τη λαϊκή κυριαρχία, τη δημοκρατική νομιμοποίηση και το γενικό συμφέρον. Μέσα από τη νομοθετική διαδικασία αποφασίζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο δρουν και η διοίκηση και τα δικαστήρια.

Η εκτελεστική λειτουργία είναι επίσης μία από τις θεμελιώδεις Οι λειτουργίες του κράτους και ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. Στη σύγχρονη κοινοβουλευτική πράξη, ο κεντρικός πυρήνας της εκτελεστικής λειτουργίας βρίσκεται στην Κυβέρνηση και στη δημόσια διοίκηση. Η εκτελεστική λειτουργία περιλαμβάνει την εφαρμογή των νόμων, τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δημόσιων πολιτικών, τη διαχείριση κρατικών πόρων, τη διοικητική δράση και την ευθύνη για την καθημερινή λειτουργία του κράτους.

Αυτή είναι και η λειτουργία που συναντά πιο άμεσα ο πολίτης. Εδώ ανήκει η διοίκηση, η έκδοση διοικητικών πράξεων, η ρύθμιση υποθέσεων, η παροχή υπηρεσιών και η εφαρμογή της δημόσιας πολιτικής. Για αυτό και η εκτελεστική λειτουργία είναι το σημείο όπου συνδέονται πιο έντονα το Κράτος και οικονομία, το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους και το δημόσιο συμφέρον. Αν η εκτελεστική λειτουργία είναι αυθαίρετη ή αναποτελεσματική, τραυματίζεται συνολικά η θεσμική εικόνα του κράτους.

Η δικαστική λειτουργία είναι η τρίτη από τις βασικές Οι λειτουργίες του κράτους και ασκείται από τα δικαστήρια. Ο ρόλος της είναι η απονομή της δικαιοσύνης, η επίλυση διαφορών, ο έλεγχος της νομιμότητας και η προστασία των δικαιωμάτων. Η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας είναι απολύτως κρίσιμη σε ένα κράτος δικαίου, γιατί χωρίς ανεξάρτητο δικαστή δεν υπάρχει ουσιαστικός φραγμός στην αυθαιρεσία ούτε αποτελεσματική προστασία του πολίτη απέναντι στο κράτος ή σε άλλους φορείς ισχύος.

Για την ΕΣΔΔΑ, η δικαστική λειτουργία πρέπει να συνδεθεί όχι μόνο με την τυπική απονομή δικαιοσύνης αλλά και με τη συνολική συνταγματική ισορροπία. Η νομοθετική θέτει το πλαίσιο, η εκτελεστική το εφαρμόζει, και η δικαστική ελέγχει, διορθώνει, εγγυάται και προστατεύει. Έτσι εξηγείται γιατί οι Οι λειτουργίες του κράτους δεν είναι απλώς τρία χωριστά κουτιά, αλλά τρεις αλληλοσυνδεόμενες μορφές άσκησης της ίδιας κρατικής εξουσίας.

Η θεωρία της διάκρισης των λειτουργιών δεν είναι μόνο ζήτημα οργανωτικής αποτελεσματικότητας. Είναι κυρίως μηχανισμός περιορισμού της εξουσίας. Όταν η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία διακρίνονται και αλληλοελέγχονται, δυσκολεύεται η αυθαίρετη συγκέντρωση ισχύος. Γι’ αυτό οι Οι λειτουργίες του κράτους συνδέονται άμεσα με τη φιλελεύθερη και δημοκρατική οργάνωση της Πολιτείας. Το άρθρο 26 λειτουργεί έτσι ως θεσμική εγγύηση του κράτους δικαίου και της συνταγματικής ισορροπίας.


Η υποενότητα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας είναι εκείνη που ζητά από τον υποψήφιο να κάνει το επόμενο βήμα: όχι μόνο να ξέρει τις έννοιες, αλλά να μπορεί να συγκρίνει διαφορετικά πολιτικά και θεσμικά συστήματα. Εδώ μπαίνουν στο προσκήνιο τα διαφορετικά μοντέλα κρατικής οργάνωσης, οι διαφορετικοί τύποι σχέσης εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, αλλά και οι διαφορετικές εκδοχές δημοκρατίας.

Η Britannica, για παράδειγμα, περιγράφει το κοινοβουλευτικό σύστημα ως μορφή διακυβέρνησης στην οποία το κόμμα ή ο συνασπισμός με την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο σχηματίζει κυβέρνηση, ενώ σε υβριδικά συστήματα όπως το γαλλικό συνυπάρχουν άμεσα εκλεγμένος πρόεδρος με ουσιαστικές εξουσίες και πρωθυπουργός που χρειάζεται κοινοβουλευτική στήριξη.

Στα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας, το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι από τα βασικότερα μοντέλα. Χαρακτηρίζεται από στενή σχέση κυβέρνησης και κοινοβουλίου. Η κυβέρνηση προκύπτει από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και παραμένει πολιτικά υπεύθυνη απέναντί της. Αυτό σημαίνει ότι αν χάσει την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, μπορεί να πέσει. Το σύστημα αυτό ευνοεί τη σύνδεση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, χωρίς όμως να καταργεί τη διάκριση των λειτουργιών. Απλώς η διάκριση παίρνει πιο συνεργατική μορφή.

Η Ελλάδα ανήκει στο κοινοβουλευτικό μοντέλο, αφού το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 1 ότι το πολίτευμα είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Αυτό πρέπει να εμφανίζεται καθαρά όταν ο υποψήφιος αναπτύσσει τα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας: το ελληνικό μοντέλο δεν είναι προεδρικό, ούτε ημιπροεδρικό, αλλά κοινοβουλευτικό με Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως ρυθμιστή του πολιτεύματος και κυβέρνηση που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη της Βουλής.

Στα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας, το προεδρικό σύστημα χαρακτηρίζεται από ισχυρότερη και σαφέστερη οργανική διάκριση ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία. Ο πρόεδρος είναι ταυτόχρονα αρχηγός κράτους και επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, εκλέγεται συνήθως άμεσα ή με ιδιαίτερη εκλογική διαδικασία και δεν εξαρτάται πολιτικά από την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου με τον ίδιο τρόπο που εξαρτάται μια κυβέρνηση σε κοινοβουλευτικό σύστημα. Αυτό δίνει μεγαλύτερη θεσμική αυτονομία στην εκτελεστική εξουσία, αλλά και διαφορετική λογική πολιτικής ισορροπίας.

Ο υποψήφιος δεν χρειάζεται να αποστηθίσει πολλές συγκριτικές λεπτομέρειες. Χρειάζεται όμως να καταλαβαίνει τη βασική διαφορά:
στο κοινοβουλευτικό μοντέλο, η κυβέρνηση αναδύεται από το κοινοβούλιο και λογοδοτεί πολιτικά σε αυτό,
ενώ στο προεδρικό μοντέλο η εκτελεστική εξουσία έχει πιο αυτοτελή εκλογική και θεσμική βάση.

Στα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας υπάρχει και η ενδιάμεση κατηγορία των μικτών ή ημιπροεδρικών συστημάτων. Η Britannica περιγράφει τέτοιο μοντέλο ως εκείνο όπου υπάρχει και άμεσα εκλεγμένος πρόεδρος με ουσιαστικές αρμοδιότητες και πρωθυπουργός που χρειάζεται στήριξη από τη νομοθετική εξουσία. Το γαλλικό σύστημα είναι το πιο κλασικό παράδειγμα. Αυτά τα συστήματα προσπαθούν να συνδυάσουν στοιχεία ισχυρής προεδρικής νομιμοποίησης με κοινοβουλευτική κυβερνητική ευθύνη.

Στα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας εντάσσεται και η σύγκριση ανάμεσα σε ενιαίο κράτος και ομοσπονδιακό κράτος. Όπως είδαμε ήδη στη Μορφή του κράτους, στο ενιαίο κράτος η κρατική εξουσία παραμένει συνταγματικά ενιαία, ενώ στο ομοσπονδιακό κατανέμεται μεταξύ ομοσπονδιακού κέντρου και ομόσπονδων μονάδων. Η Britannica αντιμετωπίζει αυτή τη διάκριση ως βασικό κριτήριο διαφοροποίησης δημοκρατικών συστημάτων. Άρα, στα συγκριτικά μοντέλα δεν κοιτάμε μόνο ποιος κυβερνά, αλλά και πώς είναι εδαφικά και θεσμικά κατανεμημένη η κρατική ισχύς.

Στα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι η βασική μορφή της σύγχρονης δημοκρατικής οργάνωσης. Η Britannica την ορίζει ως σύστημα στο οποίο οι πολίτες ψηφίζουν αντιπροσώπους για να ασκούν τη νομοθετική και δημόσια εξουσία. Αυτό είναι και το μοντέλο μέσα στο οποίο εντάσσεται η σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία: οι πολίτες δεν αποφασίζουν οι ίδιοι άμεσα για κάθε θέμα, αλλά επιλέγουν θεσμικούς αντιπροσώπους που ενεργούν στο πλαίσιο του Συντάγματος και του νόμου.

Για τον υποψήφιο, το βασικό είναι να μπορεί να δείξει ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι απλώς τεχνική εκλογών. Είναι θεσμικό σύστημα που οργανώνει:

  • τη λαϊκή κυριαρχία,
  • την πολιτική ευθύνη,
  • την κοινοβουλευτική νομιμοποίηση,
  • και την παραγωγή νόμων μέσω αντιπροσώπων.

Στα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας μπορεί να ενταχθεί και η ευρύτερη διάκριση ανάμεσα σε περισσότερο πλειοψηφικά και περισσότερο συναινετικά μοντέλα. Η Britannica αναφέρει ρητά τη σύγκριση majoritarian και consensual systems ως μέρος της ανάλυσης της δημοκρατίας. Στα πλειοψηφικά μοντέλα δίνεται μεγαλύτερο βάρος στη δυνατότητα της πλειοψηφίας να κυβερνά καθαρά και αποτελεσματικά. Στα συναινετικά μοντέλα δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στη διασπορά της εξουσίας, στη συνεργασία, στις ευρύτερες συναινέσεις και στην ενσωμάτωση περισσότερων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στη λήψη αποφάσεων.

Αυτό βοηθά πολύ εξεταστικά, γιατί δίνει στον υποψήφιο γλώσσα σύγκρισης. Μπορεί έτσι να πει ότι τα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας δεν αφορούν μόνο τυπικούς θεσμούς, αλλά και βαθύτερες λογικές πολιτικής οργάνωσης: πόσο συγκεντρώνεται η εξουσία, πόσο μοιράζεται, πόσο κυριαρχεί η πλειοψηφία και πόσο ενσωματώνονται μειοψηφίες και εναλλακτικές φωνές.

Η υποενότητα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας είναι πολύτιμη γιατί υποχρεώνει τον υποψήφιο να ξεφύγει από την αποστήθιση του ελληνικού συστήματος και να δει τι αλλάζει όταν αλλάζει το μοντέλο. Με αυτή τη σύγκριση καταλαβαίνει καλύτερα:

  • τι σημαίνει κοινοβουλευτική δημοκρατία,
  • γιατί έχει σημασία αν ένα κράτος είναι ενιαίο ή ομοσπονδιακό,
  • πώς διαφοροποιείται η σχέση κυβέρνησης και κοινοβουλίου,
  • και γιατί η δημοκρατία δεν έχει μία μόνο θεσμική μορφή.

Αν ο υποψήφιος θέλει να δει το κεφάλαιο ως ενιαίο σύστημα, η λογική είναι η εξής:

Το Το κράτος: Θεωρίες του κράτους εξηγεί τι είναι το κράτος και πώς ερμηνεύεται.
Η Μορφή του κράτους εξηγεί πώς οργανώνεται ως αυταρχικό κράτος, φιλελεύθερο κράτος, ενιαίο κράτος ή ομοσπονδιακό κράτος.
Το Κράτος και οικονομία δείχνει πώς το κράτος ρυθμίζει, συντονίζει ή παρεμβαίνει στην οικονομική ζωή.
Το Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους εξηγεί γιατί η εξουσία του γίνεται αποδεκτή ως θεμιτή.
Το Έθνος και κράτος (εθνικό συμφέρον, γενικό συμφέρον, δημόσιο συμφέρον) αποσαφηνίζει τη σχέση πολιτειακής οργάνωσης, συλλογικής ταυτότητας και σκοπού της κρατικής δράσης.
Οι Οι λειτουργίες του κράτους δείχνουν πώς αυτή η εξουσία κατανέμεται σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική λειτουργία.
Τα Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας επιτρέπουν να συγκρίνουμε διαφορετικές θεσμικές εκδοχές οργάνωσης της δημοκρατίας και του κράτους.

Τι είναι το «Το κράτος: Θεωρίες του κράτους»;

Το «Το κράτος: Θεωρίες του κράτους» είναι η ενότητα που εξηγεί τι είναι το κράτος, ποιες είναι οι βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις γύρω από τη φύση και τον ρόλο του και πώς συνδέεται με τη νομιμότητα, την κυριαρχία και τη δημόσια εξουσία.

Τι περιλαμβάνει η «Μορφή του κράτους»;

Η «Μορφή του κράτους» περιλαμβάνει τη μελέτη εννοιών όπως αυταρχικό κράτος, φιλελεύθερο κράτος, ενιαίο κράτος και ομοσπονδιακό κράτος, δηλαδή τους βασικούς τρόπους με τους οποίους οργανώνεται πολιτικά και θεσμικά το κράτος.

Τι σημαίνει «Κράτος και οικονομία»;

Το «Κράτος και οικονομία» εξετάζει τη σχέση του κράτους με την οικονομική ζωή, τον βαθμό κρατικής παρέμβασης, τον συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας και τη σύνδεση αυτής της δράσης με το γενικό συμφέρον και το κοινωνικό κράτος δικαίου.

Τι είναι «Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους»;

Το «Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους» αφορά τη βάση αποδοχής της κρατικής εξουσίας. Εξετάζει γιατί οι πολίτες θεωρούν το κράτος θεμιτό φορέα εξουσίας και πώς συνδέονται η λαϊκή κυριαρχία, το κράτος δικαίου και η δημοκρατική λογοδοσία.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε «Έθνος και κράτος»;

Στην ενότητα «Έθνος και κράτος», το κράτος νοείται ως νομικοπολιτική οργάνωση με θεσμούς και κυριαρχία, ενώ το έθνος ως ιστορική, πολιτισμική και συμβολική κοινότητα. Η υποενότητα συνδέεται επίσης με τις έννοιες εθνικό συμφέρον, γενικό συμφέρον και δημόσιο συμφέρον.

Ποιες είναι οι «Οι λειτουργίες του κράτους»;

Οι «Οι λειτουργίες του κράτους» είναι η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία, δηλαδή οι τρεις βασικές μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται και οργανώνεται η κρατική εξουσία.

Τι εξετάζουν τα «Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας»;

Τα «Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας» εξετάζουν τις διαφορές ανάμεσα σε κοινοβουλευτικά, προεδρικά και μικτά συστήματα, καθώς και διαφορετικές μορφές δημοκρατικής οργάνωσης και θεσμικής ισορροπίας.

Θέλεις ολοκληρωμένη προετοιμασία για ΕΣΔΔΑ;
Αν οι εισαγωγικές σημειώσεις αυτές του panellinios-diagonismos.gr σε βοήθησαν να ξεκαθαρίσεις την ενότητα «Το κράτος: Θεωρίες του κράτους. Μορφή του κράτους. Κράτος και οικονομία. Το ζήτημα της νομιμοποίησης του κράτους. Έθνος και κράτος. Οι λειτουργίες του κράτους. Συγκριτικά μοντέλα κρατών, διακυβέρνησης και δημοκρατίας», τότε στο πλήρες υλικό προετοιμασίας θα βρεις ακόμα πιο οργανωμένες σημειώσεις, συστηματική θεωρία, ανάλυση πηγών και στοχευμένη καθοδήγηση για τον διαγωνισμό ΕΣΔΔΑ.

Δες εδώ τις πλήρεις σημειώσεις και το πρόγραμμα προετοιμασίας.

Επικοινωνία

Email: info@panellinios-diagonismos.gr

Σταθερό Τηλέφωνο: +30 2104449043

Ώρες επικοινωνίας: 19:00μ.μ-21:00μ.μ.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή